Біблія » Слоўнік Стронга для НЗ » назад » G568: ἀπέχω

« G567

G568: ἀπέχω

G569 »
Часціна мовы: Дзеяслоў
Азначэнне ἀπέχω:

Няма дадзеных

Original definitions ἀπέχω:

From G575 (apo) and G2192 (echo); (actively) to have out, i.e. Receive in full; (intransitively) to keep (oneself) away, i.e. Be distant (literally or figuratively) — be, have, receive.

Транслітарацыя:
апехо / apéchō

Фанетыка:
апэ́хо / ap-ekh'-o


Выкарыстовываецца ў НЗ раз у вершах   — Выкарыстанне ў НЗ ×
Дадзеные з Textus Receptus, Stephanus 1550.

Слоўнікі: Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's hide
Звязаныя словы:
G566 — ἀπέχει;
G567 — ἀπέχομαι;
G575 — ἀπό;
G518 — ἀπαγγέλλω;
G519 — ἀπάγχομαι;
G520 — ἀπάγω;
G522 — ἀπαίρω;
G523 — ἀπαιτέω;
G524 — ἀπαλγέω;
G525 — ἀπαλλάσσω;
G526 — ἀπαλλοτριόω;
G528 — ἀπαντάω;
G533 — ἀπαρνέομαι;
G534 — ἀπάρτι;
G536 — ἀπαρχή;
G541 — ἀπαύγασμα;
G542 — ἀπείδω;
G548 — ἄπειμι;
G549 — ἄπειμι;
G550 — ἀπειπόμην;
G553 — ἀπεκδέχομαι;
G554 — ἀπεκδύομαι;
G556 — ἀπελαύνω;
G557 — ἀπελεγμός;
G558 — ἀπελεύθερος;
G560 — ἀπελπίζω;
G561 — ἀπέναντι;
G565 — ἀπέρχομαι;
G576 — ἀποβαίνω;
G577 — ἀποβάλλω;
G578 — ἀποβλέπω;
G581 — ἀπογενόμενος;
G583 — ἀπογράφω;
G584 — ἀποδείκνυμι;
G586 — ἀποδεκατόω;
G588 — ἀποδέχομαι;
G590 — ἀπόδημος;
G591 — ἀποδίδωμι;
G592 — ἀποδιορίζω;
G593 — ἀποδοκιμάζω;
G597 — ἀποθησαυρίζω;
G598 — ἀποθλίβω;
G599 — ἀποθνήσκω;
G600 — ἀποκαθίστημι;
G601 — ἀποκαλύπτω;
G603 — ἀποκαραδοκία;
G604 — ἀποκαταλλάσσω;
G606 — ἀπόκειμαι;
G607 — ἀποκεφαλίζω;
G608 — ἀποκλείω;
G609 — ἀποκόπτω;
G611 — ἀποκρίνομαι;
G613 — ἀποκρύπτω;
G615 — ἀποκτείνω;
G616 — ἀποκυέω;
G617 — ἀποκυλίω;
G618 — ἀπολαμβάνω;
G619 — ἀπόλαυσις;
G620 — ἀπολείπω;
G621 — ἀπολείχω;
G622 — ἀπόλλυμι;
G626 — ἀπολογέομαι;
G628 — ἀπολούω;
G629 — ἀπολύτρωσις;
G630 — ἀπολύω;
G631 — ἀπομάσσομαι;
G632 — ἀπονέμω;
G633 — ἀπονίπτω;
G634 — ἀποπίπτω;
G635 — ἀποπλανάω;
G636 — ἀποπλέω;
G637 — ἀποπλύνω;
G638 — ἀποπνίγω;
G641 — ἀποῤῥίπτω;
G642 — ἀπορφανίζω;
G643 — ἀποσκευάζω;
G644 — ἀποσκίασμα;
G645 — ἀποσπάω;
G648 — ἀποστεγάζω;
G649 — ἀποστέλλω;
G650 — ἀποστερέω;
G653 — ἀποστοματίζω;
G654 — ἀποστρέφω;
G655 — ἀποστυγέω;
G656 — ἀποσυνάγωγος;
G657 — ἀποτάσσομαι;
G658 — ἀποτελέω;
G659 — ἀποτίθημι;
G660 — ἀποτινάσσω;
G661 — ἀποτίνω;
G662 — ἀποτολμάω;
G664 — ἀποτόμως;
G665 — ἀποτρέπω;
G667 — ἀποφέρω;
G668 — ἀποφεύγω;
G669 — ἀποφθέγγομαι;
G670 — ἀποφορτίζομαι;
G671 — ἀπόχρησις;
G672 — ἀποχωρέω;
G673 — ἀποχωρίζω;
G674 — ἀποψύχω;
G683 — ἀπωθέομαι, ἀπώομαι;
G851 — ἀφαιρέω;
G856 — ἀφεδρών;
G863 — ἀφίημι;
G864 — ἀφικνέομαι;
G868 — ἀφίστημι;
G871 — ἀφομοιόω;
G872 — ἀφοράω;
G873 — ἀφορίζω;
G874 — ἀφορμή;
G879 — ἀφυπνόω;
G3326 — μετά;
G2192 — ἔχω;
G203 — ἀκροβυστία;
G430 — ἀνέχομαι;
G472 — ἀντέχομαι;
G809 — ἀσχήμων;
G1758 — ἐνέχω;
G1836 — ἑξῆς;
G1838 — ἕξις;
G1851 — ἐξοχή;
G1907 — ἐπέχω;
G2078 — ἔσχατος;
G2079 — ἐσχάτως;
G2135 — εὐνοῦχος;
G2272 — ἡσύχιος;
G2479 — ἰσχύς;
G2558 — κακουχέω;
G2722 — κατέχω;
G3348 — μετέχω;
G3562 — νουνεχῶς;
G3793 — ὄχλος;
G3794 — ὀχύρωμα;
G3930 — παρέχω;
G4023 — περιέχω;
G4123 — πλεονέκτης;
G4284 — προέχομαι;
G4337 — προσέχω;
G4465 — ῥαβδοῦχος;
G4910 — συνευωχέω;
G4912 — συνέχω;
G4975 — σχεδόν;
G4976 — σχῆμα;
G4981 — σχολή;
G5242 — ὑπερέχω;
G5254 — ὑπέχω;