Біблія » Слоўнік Стронга для НЗ » назад » G3855: παράγω

« G3854

G3855: παράγω

G3856 »
Часціна мовы: Дзеяслоў
Азначэнне παράγω:

Няма дадзеных

Original definitions παράγω:

From G3844 (para) and G71 (ago); to lead near, i.e. (reflexively or intransitively) to go along or away — depart, pass (away, by, forth).

Транслітарацыя:
параго / parágō

Фанетыка:
пара́го / par-ag'-o


Выкарыстовываецца ў НЗ раз у вершах   — Выкарыстанне ў НЗ ×
Дадзеные з Textus Receptus, Stephanus 1550.

Слоўнікі: Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's hide
Звязаныя словы:
G3844 — παρά;
G3845 — παραβαίνω;
G3846 — παραβάλλω;
G3849 — παραβιάζομαι;
G3851 — παραβουλεύομαι;
G3853 — παραγγέλλω;
G3854 — παραγίνομαι;
G3856 — παραδειγματίζω;
G3858 — παραδέχομαι;
G3859 — παραδιατριβή;
G3860 — παραδίδωμι;
G3861 — παράδοξος;
G3863 — παραζηλόω;
G3864 — παραθαλάσσιος;
G3865 — παραθεωρέω;
G3867 — παραινέω;
G3868 — παραιτέομαι;
G3869 — παρακαθίζω;
G3870 — παρακαλέω;
G3871 — παρακαλύπτω;
G3872 — παρακαταθήκη;
G3873 — παράκειμαι;
G3877 — παρακολουθέω;
G3878 — παρακούω;
G3879 — παρακύπτω;
G3880 — παραλαμβάνω;
G3881 — παραλέγομαι;
G3882 — παράλιος;
G3883 — παραλλαγή;
G3884 — παραλογίζομαι;
G3886 — παραλύω;
G3887 — παραμένω;
G3888 — παραμυθέομαι;
G3891 — παρανομέω;
G3893 — παραπικραίνω;
G3895 — παραπίπτω;
G3896 — παραπλέω;
G3897 — παραπλήσιον;
G3899 — παραπορεύομαι;
G3901 — παραῤῥυέω;
G3902 — παράσημος;
G3903 — παρασκευάζω;
G3905 — παρατείνω;
G3906 — παρατηρέω;
G3908 — παρατίθημι;
G3909 — παρατυγχάνω;
G3910 — παραυτίκα;
G3911 — παραφέρω;
G3912 — παραφρονέω;
G3914 — παραχειμάζω;
G3916 — παραχρῆμα;
G3918 — πάρειμι;
G3919 — παρεισάγω;
G3921 — παρεισδύνω;
G3922 — παρεισέρχομαι;
G3923 — παρεισφέρω;
G3924 — παρεκτός;
G3925 — παρεμβολή;
G3926 — παρενοχλέω;
G3927 — παρεπίδημος;
G3928 — παρέρχομαι;
G3930 — παρέχω;
G3931 — παρηγορία;
G3935 — παρίημι;
G3937 — Παρμενᾱς;
G3938 — πάροδος;
G3939 — παροικέω;
G3941 — πάροικος;
G3942 — παροιμία;
G3943 — πάροινος;
G3944 — παροίχομαι;
G3946 — παρόμοιος;
G3947 — παροξύνω;
G3949 — παροργίζω;
G3951 — παροτρύνω;
G3953 — παροψίς;
G4862 — σύν;
G71 — ἄγω;
G32 — ἄγγελος;
G33 — ἄγε;
G34 — ἀγέλη;
G61 — ἄγρα;
G68 — ἀγρός;
G72 — ἀγωγή;
G73 — ἀγών;
G321 — ἀνάγω;
G514 — ἄξιος;
G520 — ἀπάγω;
G747 — ἀρχηγός;
G1236 — διάγω;
G1396 — δουλαγωγέω;
G1521 — εἰσάγω;
G1806 — ἐξάγω;
G1863 — ἐπάγω;
G2233 — ἡγέομαι;
G2609 — κατάγω;
G3329 — μετάγω;
G3489 — ναυαγέω;
G3807 — παιδαγωγός;
G4013 — περιάγω;
G4254 — προάγω;
G4317 — προσάγω;
G4755 — στρατηγός;
G4812 — συλαγωγέω;
G4863 — συνάγω;
G5217 — ὑπάγω;
G5468 — χαλιναγωγέω;
G5497 — χειραγωγός;
G5524 — χορηγέω;
Эквівалент у СЗ:
H5423 — נָתַק (naw-thak');
H5674 — עָבַר (aw-bar');
H6148 — עָרַב (aw-rab');