Біблія » Слоўнік Стронга для НЗ » назад » G3881: παραλέγομαι

« G3880

G3881: παραλέγομαι

G3882 »
Часціна мовы: Дзеяслоў
Азначэнне παραλέγομαι:

Няма дадзеных

Original definitions παραλέγομαι:

From G3844 (para) and the middle voice of G3004 (lego) (in its original sense); (specially), to lay one's course near, i.e. Sail past — pass, sail by.

Транслітарацыя:
паралегомаі / paralégomai

Фанетыка:
парале́гοмэ / par-al-eg'-om-ahee


Выкарыстовываецца ў НЗ раз у вершах   — Выкарыстанне ў НЗ ×
Дадзеные з Textus Receptus, Stephanus 1550.

Слоўнікі: Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's hide
Звязаныя словы:
G3844 — παρά;
G3845 — παραβαίνω;
G3846 — παραβάλλω;
G3849 — παραβιάζομαι;
G3851 — παραβουλεύομαι;
G3853 — παραγγέλλω;
G3854 — παραγίνομαι;
G3855 — παράγω;
G3856 — παραδειγματίζω;
G3858 — παραδέχομαι;
G3859 — παραδιατριβή;
G3860 — παραδίδωμι;
G3861 — παράδοξος;
G3863 — παραζηλόω;
G3864 — παραθαλάσσιος;
G3865 — παραθεωρέω;
G3867 — παραινέω;
G3868 — παραιτέομαι;
G3869 — παρακαθίζω;
G3870 — παρακαλέω;
G3871 — παρακαλύπτω;
G3872 — παρακαταθήκη;
G3873 — παράκειμαι;
G3877 — παρακολουθέω;
G3878 — παρακούω;
G3879 — παρακύπτω;
G3880 — παραλαμβάνω;
G3882 — παράλιος;
G3883 — παραλλαγή;
G3884 — παραλογίζομαι;
G3886 — παραλύω;
G3887 — παραμένω;
G3888 — παραμυθέομαι;
G3891 — παρανομέω;
G3893 — παραπικραίνω;
G3895 — παραπίπτω;
G3896 — παραπλέω;
G3897 — παραπλήσιον;
G3899 — παραπορεύομαι;
G3901 — παραῤῥυέω;
G3902 — παράσημος;
G3903 — παρασκευάζω;
G3905 — παρατείνω;
G3906 — παρατηρέω;
G3908 — παρατίθημι;
G3909 — παρατυγχάνω;
G3910 — παραυτίκα;
G3911 — παραφέρω;
G3912 — παραφρονέω;
G3914 — παραχειμάζω;
G3916 — παραχρῆμα;
G3918 — πάρειμι;
G3919 — παρεισάγω;
G3921 — παρεισδύνω;
G3922 — παρεισέρχομαι;
G3923 — παρεισφέρω;
G3924 — παρεκτός;
G3925 — παρεμβολή;
G3926 — παρενοχλέω;
G3927 — παρεπίδημος;
G3928 — παρέρχομαι;
G3930 — παρέχω;
G3931 — παρηγορία;
G3935 — παρίημι;
G3937 — Παρμενᾱς;
G3938 — πάροδος;
G3939 — παροικέω;
G3941 — πάροικος;
G3942 — παροιμία;
G3943 — πάροινος;
G3944 — παροίχομαι;
G3946 — παρόμοιος;
G3947 — παροξύνω;
G3949 — παροργίζω;
G3951 — παροτρύνω;
G3953 — παροψίς;
G4862 — σύν;
G3004 — λέγω;
G483 — ἀντίλεγω;
G1256 — διαλέγομαι;
G1586 — ἐκλέγομαι;
G1951 — ἐπιλέγομαι;
G2036 — ἔπω;
G2312 — θεοδίδακτος;
G2639 — καταλέγω;
G2980 — λαλέω;
G3056 — λόγος;
G3151 — ματαιολόγος;
G3473 — μωρολογία;
G4302 — προλέγω;
G4483 — ῥέω;
G4691 — σπερμολόγος;
G4758 — στρατολογέω;
G4816 — συλλέγω;
G4883 — συναρμολογέω;
G5346 — φημί;
G5542 — χρηστολογία;
G5573 — ψευδολόγος;