Біблія » Слоўнік Стронга для НЗ » назад » G4039: περιοικέω

« G4038

G4039: περιοικέω

G4040 »
Часціна мовы: Дзеяслоў
Азначэнне περιοικέω:

Няма дадзеных

Original definitions περιοικέω:

From G4012 (peri) and G3611 (oikeo); to reside around, i.e. Be a neighbor — dwell round about.

Транслітарацыя:
періоікео / perioikéō

Фанетыка:
пэрьйіке́о / per-ee-oy-keh'-o


Выкарыстовываецца ў НЗ раз у вершах   — Выкарыстанне ў НЗ ×
Дадзеные з Textus Receptus, Stephanus 1550.

Слоўнікі: Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's hide
Звязаныя словы:
G4012 — περί;
G2139 — εὐπερίστατος;
G4013 — περιάγω;
G4014 — περιαιρέω;
G4015 — περιαστράπτω;
G4016 — περιβάλλω;
G4017 — περιβλέπω;
G4019 — περιδέω;
G4020 — περιεργάζομαι;
G4021 — περίεργος;
G4022 — περιέρχομαι;
G4023 — περιέχω;
G4024 — περιζώννυμι;
G4026 — περιΐστημι;
G4027 — περικάθαρμα;
G4028 — περικαλύπτω;
G4029 — περίκειμαι;
G4030 — περικεφαλαία;
G4031 — περικρατής;
G4032 — περικρύπτω;
G4033 — περικυκλόω;
G4034 — περιλάμπω;
G4035 — περιλείπω;
G4036 — περίλυπος;
G4037 — περιμένω;
G4038 — πέριξ;
G4040 — περίοικος;
G4041 — περιούσιος;
G4043 — περιπατέω;
G4044 — περιπείρω;
G4045 — περιπίπτω;
G4046 — περιποιέομαι;
G4048 — περιῤῥήγνυμι;
G4049 — περισπάω;
G4053 — περισσός;
G4059 — περιτέμνω;
G4060 — περιτίθημι;
G4062 — περιτρέπω;
G4063 — περιτρέχω;
G4064 — περιφέρω;
G4065 — περιφρονέω;
G4066 — περίχωρος;
G4067 — περίψωμα;
G4843 — συμπεριλαμβάνω;
G3611 — οἰκέω;
G1774 — ἐνοικέω;
G2730 — κατοικέω;
G3610 — οἰκέτης;
G3612 — οἴκημα;
G3613 — οἰκητήριον;
G3625 — οἰκουμένη;
G3939 — παροικέω;
G4924 — συνοικέω;