Біблія » Слоўнік Стронга для НЗ » назад » G4066: περίχωρος

« G4065

G4066: περίχωρος

G4067 »
Часціна мовы: Прыметнік
Азначэнне περίχωρος:

Няма дадзеных

Original definitions περίχωρος:

From G4012 (peri) and G5561 (chora); around the region, i.e. Circumjacent (as noun, with G1093 (ge) implied vicinity) — country (round) about, region (that lieth) round about.

Транслітарацыя:
періхорос / períchōros

Фанетыка:
пэрьй́хорοс / per-ikh'-o-ros


Выкарыстовываецца ў НЗ раз у вершах   — Выкарыстанне ў НЗ ×
Дадзеные з Textus Receptus, Stephanus 1550.

Слоўнікі: Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's hide
Звязаныя словы:
G4012 — περί;
G2139 — εὐπερίστατος;
G4013 — περιάγω;
G4014 — περιαιρέω;
G4015 — περιαστράπτω;
G4016 — περιβάλλω;
G4017 — περιβλέπω;
G4019 — περιδέω;
G4020 — περιεργάζομαι;
G4021 — περίεργος;
G4022 — περιέρχομαι;
G4023 — περιέχω;
G4024 — περιζώννυμι;
G4026 — περιΐστημι;
G4027 — περικάθαρμα;
G4028 — περικαλύπτω;
G4029 — περίκειμαι;
G4030 — περικεφαλαία;
G4031 — περικρατής;
G4032 — περικρύπτω;
G4033 — περικυκλόω;
G4034 — περιλάμπω;
G4035 — περιλείπω;
G4036 — περίλυπος;
G4037 — περιμένω;
G4038 — πέριξ;
G4039 — περιοικέω;
G4040 — περίοικος;
G4041 — περιούσιος;
G4043 — περιπατέω;
G4044 — περιπείρω;
G4045 — περιπίπτω;
G4046 — περιποιέομαι;
G4048 — περιῤῥήγνυμι;
G4049 — περισπάω;
G4053 — περισσός;
G4059 — περιτέμνω;
G4060 — περιτίθημι;
G4062 — περιτρέπω;
G4063 — περιτρέχω;
G4064 — περιφέρω;
G4065 — περιφρονέω;
G4067 — περίψωμα;
G4843 — συμπεριλαμβάνω;
G5561 — χώρα;
G2048 — ἔρημος;
G2149 — εὐρύχωρος;
G2651 — καταμόνας;
G3714 — ὀρεινός;
G3828 — Παμφυλία;
G4730 — στενοχωρία;
G5117 — τόπος;
G5562 — χωρέω;
G5563 — χωρίζω;
G5564 — χωρίον;
G5565 — χωρίς;
G1093 — γῆ;
G508 — ἀνώγεον;
G1069 — γείτων;
G1092 — γεωργός;
G1919 — ἐπίγειος;
G2449 — Ἰουδαία;
G3625 — οἰκουμένη;
Эквівалент у СЗ:
H2256 — חֶבֶל (kheh'-bel, khay'-bel);
H3603 — כִּכָּר (kik-kawr');
H4054 — מִגְרָשָׁה (mig-rawsh', mig-raw-shaw');
H4543 — מִסְכְּנוֹת (mis-ken-aw');
H6418 — פֶּלֶךְ (peh'-lek);